Μετατραυματική διαταραχή άγχους (Posttraumatic Stress Disorder- PTSD) ορίζουμε την συναισθηματική διαταραχή που προκύπτει μετά την άμεση ή έμμεση έκθεση σε ένα τρομακτικό γεγονός που βλάπτει ή απειλεί τη φυσική ακεραιότητα του ατόμου.
Τα είδη της τραυματικής έκθεσης σε παιδιά και έφήβους :
Μικρής και μεγάλης έκτασης φυσικές και τεχνητές καταστροφές (σεισμοί, πλημμύρες, εμπρησμοί, τυφώνες, κ.λ.π.).
Ατυχήματα ( Αυτοκίνητα, πλοία, τρένα, αεροπλάνα ).
Ενδο και εξω-οικογενειακή βία (Σεξουαλική και σωματική εκμετάλλευση και κακοποίηση, εκδηλώσεις βίας στην κοινότητα, κ.λ.π.)
Ασθένειες απειλητικές για τη ζωή και επικίνδυνες ιατρικές επεμβάσεις.
Η μετατραυματική ψυχοπαθολογία περιλαμβάνει:
1. Διαταραχή μετατραυματικού άγχους.
2. Φοβίες
3. Αγχώδεις διαταραχές
4. Διαταραχές διαγωγής
5. Διαταραχή άγχους αποχωρισμού
6. Διάσπαση προσοχής.
7. Κατάθλιψη
8. Χρήση ουσιών
9. Διαταραχές ύπνου.
Μερικά από τα πρώτα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν:
Υπερκινητικότητα, εύκολα ξαφνιάσματα, υπερβολικές συναισθηματικές αντιδράσεις, εκνευρισμός με ασήμαντες προκλήσεις, επιθετικότητα, εφιάλτες, κυκλοθυμικότητα, πανικό, άγχος, φοβίες, μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης και προσοχής, αναπαράσταση του τραυματικού γεγονότος στο παιχνίδι, στη φαντασία και στη συμπεριφορά, δυσκολία επέλευσης ύπνου, αΰπνίες και συχνές διακοπές του ύπνου, ευαισθησία στο φως, έλξη για επικίνδυνες καταστάσεις, διαστρεβλωμένες ή μουδιασμένες αισθήσεις, εξωπραγματική και αλλοιωμένη αίσθηση του χρόνου, συγκινησιακή αποσύνδεση, βαθιά παθητικότητα, έλλειψη πρωτοβουλίας και προσδοκίας για το μέλλον.υπερβολική ή μειωμένη σεξουαλική δραστηριότητα, ανικανότητα του ατόμου για αγάπη ή δεσμό, φόβος τρέλας ή θανάτου. Κάποια από τα μεταγενέστερα είναι: Άτονες συναισθηματικές αντιδράσεις, ανικανότητα δέσμευσης, χρόνια κόπωση, προβλήματα στο ανοσοποιητικό και τους ενδοκρινείς αδένες (θυρεοειδής), ψυχοσωματικές ασθένειες (πονοκέφαλοι, αυχενικό, άσθμα, πεπτικό, σπαστική κολίτιδα), κατάθλιψη, αποσύνδεση, αμνησία. Εννοείται φυσικά ότι η παρουσία κάποιων απ' αυτά τα συμπτώματα δεν σημαίνει οπωσδήποτε την ύπαρξη της διαταραχής.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗΣ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ:
Α. Το άτομο να έχει εκτεθεί σε ένα τραυματικό γεγονός, στο οποίο ήταν παρόντα αμφότερα τα ακόλουθα:
(1) το άτομο βίωσε, ήταν μάρτυρας ή βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα γεγονός (ή γεγονότα), στο οποίο (ή στα οποία) υπήρξε πραγματικός ή επαπειλούμενος θάνατος ή σοβαρός τραυματισμός, ή απειλή της σωματικής ακεραιότητας του εαυτού ή άλλων.
(2) η απάντηση του ατόμου περιελάμβανε έντονο φόβο, αίσθημα αβοήθητου ή τρόμο.
Σημείωση: Στα παιδιά αυτό μπορεί να εκφράζεται με αποδιοργανωμένη ή διεγερτική συμπεριφορά.
Β. Το τραυματικό γεγονός επαναβιώνεται επίμονα με έναν (ή περισσότερους) από τους ακόλουθους τρόπους:
(1) επαναλαμβανόμενες και παρείσακτες ενοχλητικές ανακλήσεις του γεγονότος, στις οποίες περιλαμβάνονται εικόνες, σκέψεις ή αντιλήψεις.
Σημείωση: Στα μικρά παιδιά είναι δυνατό να υπάρχουν επαναληπτικά παιχνίδια, στα οποία εκφράζονται θέματα ή πλευρές του τραύματος.
(2) επανειλημμένα ενοχλητικά όνειρα του γεγονότος.
Σημείωση: Στα παιδιά είναι δυνατό να υπάρχουν όνειρα που προκαλούν φόβο χωρίς αναγνωρίσιμο περιοχόμενο.
(3) το άτομο ενεργεί ή αισθάνεται σαν να ξανασυμβαίνει το τραυματικό γεγονός (περιλαμβάνονται μία αίσθηση επαναβίωσης της εμπειρίας, παραισθήσεις, ψευδαισθήσεις και αποσυνδετικά επεισόδια επαναβιώσεων [flashback], συμπεριλαμβανόμενων και αυτών που συμβαίνουν σε εγρήγορση ή σε κατάσταση τοξίκωσης.)
Σημείωση: Στα μικρά παιδιά είναι δυνατό να υπάρχουν αναπαραστάσεις ειδικές του τραύματος:
(4) έντονη ψυχολογική ενόχληση κατά την έκθεση σε εσωτερικές ή εξωτερικές νύξεις που συμβολίζουν ή μοιάζουν με κάποια πλευρά του τραυματικού γεγονότος
(5) σωματική αντίδραση κατά την έκθεση σε εσωτερικές ή εξωτερικές νύξεις που συμβολίζουν ή μοιάζουν με κάποια πλευρά του τραυματικού γεγονότος
Γ. Επίμονη αποφυγή ερεθισμάτων συνδεόμενων με το τραύμα και παράλυση της γενικής απαντητικότητας (η οποία δεν υπήρχε πριν το τραύμα), όπως φαίνεται από τρία (ή περισσότερα) από τα ακόλουθα:
(1) προσπάθειες να αποφύγει σκέψεις, αισθήματα ή συζητήσεις που συνδέονται με το τραύμα
(2) προσπάθειες να αποφύγει δραστηριότητες, τόπους ή ανθρώπους που προκαλούν ανακλήσεις του τραύματος
(3) ανικανότητα να ανακαλέσει μία σημαντική πλευρά του τραύματος
(4) σαφής μείωση του ενδιαφέροντος ή της συμμετοχής σε σημαντικές δραστηριότητες
(5) αίσθημα απομάκρυνσης ή αποξένωσης από τους άλλους
(6) περιορισμένο εύρος του συναισθήματος (π.χ. αδυναμία του ατόμου να έχει αισθήματα αγάπης)
(7) αίσθηση σμίκρυνσης του μέλλοντος (π.χ. το άτομο δεν προσδοκά ότι θα σταδιοδρομήσει επαγγελματικά, ότι θα παντρευτεί, ότι θα έχει παιδιά ή ότι η ζωή του θα έχει φυσιολογική διάρκεια)
Δ. Επίμονα συμπτώματα αυξημένης διεγερσιμότητας (τα οποία δεν υπήρχαν πριν το τραύμα), όπως φαίνεται από δύο (ή περισσότερα) από τα ακόλουθα:
(1) δυσκολία επέλευσης ή διατήρησης του ύπνου
(2) ευερεθιστότητα ή εκρήξεις θυμού
(3) δυσκολία συγκέντρωσης
(4) υπερεπαγρύπνηση
(5) υπερβολική απάντηση στο ξάφνιασμα
Ε. Η διάρκεια της διαταραχής (συμπτώματα των Κριτηρίων Β, Γ και Δ) είναι μεγαλύτερη από ένα μήνα.
ΣΤ. Η διαταραχή προκαλεί κλινικά σημαντική ενόχληση ή έκπτωση των κοινωνικών, επαγγελματικών ή άλλων σημαντικών περιοχών της λειτουργικότητας.
Προσδιορίστε άν:
Οξεία: αν η διάρκεια των συμπτωμάτων είναι μικρότερη από 3 μήνες
Χρόνια: αν η διάρκεια των συμπτωμάτων είναι 3 μήνες ή περισσότερο
Προσδιορίστε αν:
Με Καθυστερημένη Έναρξη: αν η έναρξη των συμπτωμάτων είναι τουλάχιστον 6 μήνες μετά την παρουσία του στρεσογόνου παράγοντα
Διαταραχή Οξέος Στρες
Α. Το άτομο έχει εκτεθεί σε ένα τραυματικό γεγονός, στο οποίο ήταν παρόντα αμφότερα τα ακόλουθα:
(1) το άτομο βίωσε, ήταν μάρτυρας ή βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα γεγονός (ή γεγονότα) στο οποίο (ή στα οποία) υπήρξε πραγματικός ή επαπειλούμεονος θάνατος ή σοβαρός τραυματισμός, ή απειλή της σωματικής ακεραιότητας του εαυτού ή άλλων.
(2) η απάντηση του ατόμου περιελάμβανε έντονο φόβο, αίσθημα αβοήθητου ή τρόμο.
Β. Είτε κατά τη διάρκεια του βιώματος είτε μετά το βίωμα, το άτομο έχει τρία (ή περισσότερα) από τα ακόλουθα αποσυνδετικά συμπτώματα:
(1) μία υποκειμενική αίσθηση μουδιάσματος, απόσπασης ή απουσίας της συγκινησιακής απαντητικότητας
(2) μείωση της ενημερότητας του ατόμου για ό,τι το περιβάλλει (π.χ είναι “σαστισμένο”)
(3) αποπραγματοποίηση
(4) αποπροσωποποίηση
(5) αποσυνδετική αμνησία (π.χ. ανικανότητα να ανακαλέσει μία σημαντική πλευρά του τραύματος)
Γ. Το τραυματικό γεγονός επαναβιώνεται επίμονα με τουλάχιστον έναν από τους ακόλουθους τρόπους: επαναλαμβανόμενες εικόνες, σκέψεις, όνειρα, παραισθήσεις, επεισόδια επαναβιώσεων [flashback] ή μία αίσθηση επαναβίωσης της εμπειρίας ή ενόχληση κατά την έκθεση σε ό,τι θυμίζει το τραυματικό γεγονός.
Δ. Έντονη αποφυγή ερεθισμάτων που προκαλούν ανακλήσεις του τραύματος (π.χ. σκέψεις, αισθήματα, συζητήσεις, δραστηριότητες, τόπους, ανθρώπους).
Ε. Έντονα συμπτώματα άγχους ή αυξημένης διεγερσιμότητας (π.χ. δυσκολία του ύπνου, ευερεθιστότητα, φτωχή συγκέντρωση, υπερεπαγρύπνηση, υπερβολική απάντηση στο ξάφνιασμα, κινητική ανησυχία).
ΣΤ. Η διαταραχή προκαλεί κλινικά σημαντική ενόχληση ή έκπτωση των κοινωνικών, επαγγελματικών ή άλλων σημαντικών περιοχών της λειτουργικότητας ή διαταράσσει την ικανότητα του ατόμου να ασκεί κάποια απαραίτητη λειτουργία, όπως να παίρνει την απαραίτητη βοήθεια ή να κινητοποιεί προσωπικές πηγές μιλώντας στα μέλη της οικογένειας για την τραυματική εμπειρία.
Ζ. Η διαταραχή διαρκεί τουλάχιστον 2 ημέρες και όχι περισσότερο από 4 εβδομάδες, ενώ εμφανίζεται μέσα σε 4 εβδομάδες μετά το τραυματικό γεγονός.
Η. Η διαταραχή δεν οφείλεται στις άμεσες φυσιολογικές δράσεις μιας ουσίας (π.χ. ουσία κατάχρησης, φάρμακα) ή σε γενική σωματική κατάσταση, ενώ δεν εξηγείται καλύτερα με Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή και δεν αποτελεί απλά την παρόξυνση μιας προϋπάρχουσας διαταραχής του Άξονα Ι ή του Άξονα ΙΙ.





